Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ακριβά πληρωμένος ήλιος...



vrellis.gr
"Ο ήλιος σας θα ’ναι ακριβά
πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε. "

Διαβάζοντας το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο» σκεφτόμουν πόσο άδικο είναι που η ιστορία παίρνει πάντοτε την μορφή ψυχρών γεγονότων.
Που οι άνθρωποι μετατρέπονται σε αριθμούς, σε μια αφηρημένη έννοια “ηρωικώς πεσόντων”. Σε μνημεία αγνώστων στρατιωτών.

Είναι κρίμα που την ιστορία σημαδεύουν οι αγώνες των λαών, έτσι γενικά, και οι αποφάσεις των σπουδαίων, των λίγων... Είναι άδικο που η ιστορία  δεν διασώζει, ούτε και νοιάζεται για τις μικρές προσωπικές ιστορίες, τις μεγάλες προσωπικές θυσίες…
Είναι κρίμα που κανένα βιβλίο ιστορίας δεν μιλά για τον πόνο, την αγωνία, τη λαχτάρα, τις ελπίδες, τα όνειρα κάθε ενός ξεχωριστά από εκείνους που χάθηκαν.

Θυμόμαστε και τιμάμε την θυσία τους, αλλά σαν κάτι αφηρημένο, με μια μνήμη ιστορική. Όχι με μια μνήμη ζωντανή. Όχι με μια μνήμη για κάποιον που κάποτε είχε σάρκα και οστά.
Κάποιον που ήταν γιος, πατέρας, αδελφός, σύζυγος. 
Κάποιον που δεν πρόλαβε να κρατήσει το νεογέννητο παιδί του στην αγκαλιά. 
Κάποιον που χάθηκε ερωτευμένος. 
Είναι πολύ σκληρό να πεθαίνεις ερωτευμένος. 
Είναι πολύ σκληρό να πεθαίνεις χωρίς να έχεις προλάβει να ερωτευτείς. 
Είναι πολύ σκληρό να πεθαίνεις νέος.
Είναι πολύ σκληρό να υποτάσσεσαι σε μια μοίρα που δεν ταίριαζε να είναι η δική σου.
Και είναι απέραντα σπουδαίο να το κάνεις με πλήρη συνείδηση και συνέπεια.
Είναι απέραντα ηρωικό να βάζεις τον εαυτό σου στην άκρη, αναλογιζόμενος τους τάφους των πατέρων, τα λίκνα των ανίδεων μωρών, το παρελθόν και το μέλλον της πατρίδας σου. Και στο βωμό αυτό, να θυσιάζεις το μόνο παρόν που σου δόθηκε να ζήσεις. Το δικό σου παρόν.

Πράγματι ο ήλιος μας είναι ακριβά πληρωμένος: με λόγια αγάπης που δεν ακούστηκαν, με τραγούδια που δεν ειπώθηκαν, με γέλια που δεν φώτισαν πρόσωπα, με χάδια που δεν πρόλαβαν να μοιραστούν, με ελπίδες που δεν άνθισαν, με βλέμματα που δεν πρόλαβαν να ρουφήξουν τον κόσμο, με μωρά που δεν γεννήθηκαν ποτέ, με όψεις γυναικών που μαράθηκαν από τη θλίψη...
Τόσο ακριβά πληρωμένος ήλιος! 
Πως αλήθεια με τον ξεχρεώσεις με παρελάσεις, στεφάνια και εμβατήρια… 
Πώς να ξεχρεώσεις ένα τέτοιο χρέος...Όχι από ανάγκη... ποιος άλλωστε θα σε αναγκάσει...Από ευγνωμοσύνη όμως...από φιλότιμο...από απλή ανθρωπιά...Που μπορείς ελεύθερα να υπάρξεις, με μεγαλώσεις, να μορφωθείς, να γλεντήσεις, να ερωτευτείς, να ζήσεις...τη ζωή που εκείνοι δεν έζησαν, τα όνειρα που εκείνοι θυσίασαν, τους τόπους που εκείνοι δεν πήγαν, τις ομορφιές που εκείνοι δεν αντίκρισαν...Ζήσε λοιπόν! Ζήσε τη ζωή σου στο μέγιστο. Ρούφηξε τη. Μοιράσου τη. Άλλα μην αφήσεις κανένα να σου κλέψει ούτε μια στάλα. Εκείνοι θυσίασαν τη ζωή τους. Μη σπαταλήσεις τη δική σου.
Αν μπορείς να πεις ευχαριστώ, πες το ζώντας μια γεμάτη, όμορφη, και αληθινή ζωή. 



Το ποίημα «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο» του Νικηφόρου Βρεττάκου, το διάβασα πριν λίγες μέρες, καθώς ξεφύλλιζα το αναγνωστικό της Ε&ΣΤ δημοτικού.
Με έκανε να ανατριχιάσω. Έχοντας ακούσει και πει σαν παιδί, αλλά και σαν ενήλικη ποιήματα και λόγους και τραγούδια, σχετικά με τον πόλεμο του ’40, τίποτα δεν θυμάμαι να μου δημιούργησε ποτέ το συναίσθημα που είχα διαβάζοντας αυτό το ποίημα. Σαν να μπορούσα σχεδόν να ακούσω το μουρμούρισμα αυτού του στρατιώτη. Κι αυτό για μένα είναι μεγάλη ποίηση…Κάντε τον κόπο να το διαβάσετε....

Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο
(Ν.Βρεττάκου)

 Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ
που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η
μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα
σεντόνι λουλακιασμένο*
με μια ποδιά ζεστασιά και
κατιφέδες* από το σπίτι μας.

Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην
άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις
χλαίνες* κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός
απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος
απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο
ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου,
παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός
καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για
τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή
περασμένη υπό μάλης*,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι
αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν
άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα* και
τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν
ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το
χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως
και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα
μέσα στ’ αμπριά*·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας
πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την
εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια
των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα
σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο,
ασίκισσα*,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν
απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της
πριν απ’ το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς
θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο
πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία
τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι
η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως
έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και
τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ’ναι ακριβά
πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε
καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου
στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός
καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για
τον πόλεμο).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου